Χειμώνας και πάλι! Σε λίγο θα συνεχίσω στην επόμενη παγερή παράγραφο… Μόνος ένας άνθρωπος, μέσα σε ένα κρύο αυτοκίνητο, στη μέση του χειμώνα, στην μέση μιας γιορτής.
Κάθε φορά που πλησιάζουν τα Χριστούγεννα οι σκέψεις μου θεριεύουν. Η καρδιά μου σφίγγεται από τις κλασικές εικόνες που κατακλυζόμαστε. Άνθρωποι, να υποφέρουν, χτυπημένοι από αρρώστια, πείνα, δυστυχία, μοναξιά, εκεί που παράλληλα σκεφτόμαστε τι θα φάμε τα Χριστούγεννα, τι μοντελάκι θα φορέσουμε και το gadget της τελευταίας τεχνολογίας που θα μοστράρουμε, πλάι στην προσεγμένα πασπαλισμένη…
Πώς μπορεί να σπάσει αυτός ο φαύλος κύκλος; Πώς ακυρώνει μια ζωή γεμάτη δόσεις; Πώς της καλύπτεις τα κενά να γίνει ολόκληρη, ενιαία, συμπαγής;
Μην αναζητάς ποια σιωπή σου θα σωπάσει πιο μακριά από το βλέμμα μου! Δεν θέλω να σωπάσω άλλο εγώ! Με πίκραναν οι σιωπές γιατί είναι λόγια ανείπωτα και τα μάτια μου δεν αντέχουν να τα ακούνε πια!
Αρχηγός κράτους που δίνει εντολή να απομακρυνθούν από έναν δημόσιο χώρο, απλοί πολίτες, επειδή κρατούν σημαίες ή επειδή έχουν αντίθετη άποψη από εκείνον για τα εθνικά ζητήματα της χώρας, είναι ανθέλληνας, ξεπουλημένος σε ξένα συμφέροντα μα κυρίως φοβισμένος και ανίκανος να τους αντιμετωπίσει!
Ασφυκτιώ, δεν το δείχνω, σωπαίνω επιδεικτικά, σωπαίνω μάταια. Νομίζει πως ξέχασα, πιστεύει πως μπόρεσα και τώρα, μόνο απουσία
Δεν ξέρεις που θα πάει το μετά. Δεν ξέρεις αν θα μπορέσεις ποτέ να τον έχεις κοντά σου. Σου αρκεί που το έζησες, σου αρκεί που εκείνος ξέρει.
Κι εκεί, στα λόγια που δεν ακούγονται, εσύ έπαψες να σαστίζεις! Έπαψες να νιώθεις μόνος από τέτοιες συμπεριφορές κι απομονώθηκες συνειδητά από όλους κι από όλα!
Εσύ κι εγώ αντικριστά. Δυο άνθρωποι κοντινοί και τόσο μακρινοί ταυτόχρονα, σαν μια αμφιμονοσήμαντη εξίσωση σε απόλυτη αρμονία. Μια ανέλπιστη συνάντηση που πάλευε να καταπνίξει τους χτύπους της καρδιάς της αναίτια. Γιατί να κρατήσεις πίσω έναν χτύπο, γιατί να τον στραγγαλίσεις μέσα στο μυαλό σου; Γιατί να μπερδεύεις το τώρα με το αύριο; Ρώτησα παντού,…
Να μη θελήσεις να μάθεις ποτέ πως μέχρι εκεί σε ερωτεύτηκα! Μέχρι εκεί που δεν θα το ακούσεις από την καρδιά μου.
Είχα μείνει πίσω σε εκείνη την πόλη δίχως βήματα! Δίχως μπροστά, σε μια πόλη που ολοένα έχανε το χρώματα της κι έκλεβε χρώμα από το δικό μου! Κι εγώ την άφηνα, τη λυπόμουν κι έτσι έμενα εκεί, προσποιούμενη πως ανήκα εκεί!
Συνεχίζεις να πιστεύεις πως δεν γεννήθηκες μόνο για να πονάς και να βλέπεις τις ζωής τις στιγμές πάντα να περνούν! Τίποτα να μην μένει και απλά να απομακρύνεται!
Τα φαντάσματα δεν ανήκουν στη ζωή μα στο θάνατο! Τα φαντάσματα, θέλουν να σου κλέψουν τη ζωή που δεν κατάφεραν να έχουν, όταν μπορούσαν!
Εγώ προσπάθησα Ψυχή μου τόσο πολύ να σε κρατήσω κοντά μου. Έπλεξα τα δάκτυλά μου σφιχτά κι εσύ γαντζώθηκες τόσο, που τα έμπηξες μες στην παλάμη μου και μάτωσα! Με πόνεσες Ψυχή!
Το ταξίδι τελείωσε, ο χρόνος πάγωσε, η αλήθεια μου ειπώθηκε. Όλοι εσείς που ακόμη κάτι ψάχνετε, μέσα από εμένα, σας λέω να ψάξετε μέσα από εσάς!
Εκεί που δεν ειπώθηκε αντίο
Πώς αλλιώς να στο πω; Αντιστάσου!
Γυμνές ψυχές σε έναν κόσμο μεταμφιεσμένο
Κατάβαση στην Μνήμη
Στη Ρωγμή Ανάμεσα στο Φως και τη Σάρκα