
Όσο και να τα σβήνεις θάλασσα, τα βήματα θα ζητούν ανακωχή
Μοιραστείτε το άρθρο!
Δε βλέπω, μόνο νιώθω.
Δεν ακούω, μόνο αισθάνομαι.
Δεν υπάρχω, μόνο της ζωής η Αλήθεια στροβιλίζεται στου χρόνου τη χίμαιρα.
Άγριο πλάσμα που ξεβράστηκε σε μιας ποσειδώνιας ψευδαίσθησης την ακτή. Βήματα που σβήστηκαν στης θάλασσας την άκρη.
Εγώ η κομμένη αναπνοή, εγώ κι όσα αναστήθηκαν μέσα από το φιλί του αλατισμένου αφρού της θάλασσας στα χείλη μου.
Θάλασσα εσύ, δεν τόλμησα να σε δαμάσω μέσα στα χέρια μου, μα δε φοβήθηκα να σε κρατήσω για όσο μου το επέτρεψες.
Κυλούσες, όχι για να με αποφύγεις, μα ετούτη είναι η φύση σου να κυλάς κι όποιος τα έβαλε με τη Φύση, δεν κατάφερε να γυρίσει πίσω ποτέ αλώβητος. Γίνομαι ένα μαζί σου, σου παραδίνομαι.
Εκείνος που αγνοεί, δεν υποκλίνεται στο Φως που παραδίδεται στο ακατέργαστο σχήμα της Φύσης. Ανάβει τους διακόπτες, δεν αναγνωρίζει νοήμονα ζωή στη Φύση παρά μόνο στον άνθρωπο. Κοιτάζει τη θάλασσα, σαν νερό που γεμίζει τις λακκούβες της γης και το φως, μονάδα μέτρησης χρόνου για εκείνον. Βήματα δίχως προορισμό.
Έχεις χρόνο θάλασσα; Γεννιέσαι, πεθαίνεις ή μόνο παίρνεις των ανθρώπων τις σκιές μέσα από τα μάτια τους και τις σκορπάς στα μήκη και τα πλάτη που διανύεις; Αφήνεις το αποτύπωμά τους παντού ηθελημένα.
Μόνο βήματα σβήνεις, να χαθεί η διαδρομή. Συνέχισα να περπατώ, ευγνωμονώντας σε για το χάδι κιας τα πήρες όλα δικά σου. Σου χρωστώ πολλά δάκρυα ακόμη.
Χάνεται εκείνος που υπολογίζει τα βήματα πλάι σε συντεταγμένες, χωρίς σύμβολα, ουρανό και ήλιο. Βήματά μου αχνά, πάρε τα όλα, δε φοβήθηκαν τη βουβή αντάρα σου θάλασσα. Αφέθηκαν να λυτρωθούν στης λήθης την ασφάλεια. Τα βήματα έγραφαν κι η θάλασσα έσβηνε μέχρι που ζήτησαν ανακωχή. Δεν μπορείς να παλέψεις μόνος, χρειάζεσαι ένα χέρι να σε τραβήξει έξω. Όχι, μόνος πια, απέτυχες.
Παρουσίας απουσία, εσύ, που διάλεξες της γης την ακινησία για αγκάλη. Μην καρτεράς παρά το φως του φάρου μέσα στην παγωνιά. Τα δικά σου βήματα δε φαίνονται στο τσιμέντο, στάσιμος σε αδιέξοδο θαρρώ. Από τι να ζητήσεις ανακωχή;
Έμεινα εγώ, εκεί στο βράχο, να προσμένω να φανείς κιας έχεις υψωμένο μαύρο πανί ακόμη. Τώρα πια γνωρίζω όλη την Αλήθεια. Αφήνω τη θάλασσα να συνδέει τις σιωπές, να διαγράφει τις φωνές, να σε ζυγώνει με τα κύματα, να σε ημερεύει με του Ζέφυρου την ευωδιά στα στήθια. Ποσειδώνια ελπίδα να σε γυρίσει στο χαμένο σου παράδεισο εκλιπαρώ. Θεία Δίκη ο γήινος χρόνος, θα μετρήσει τους πόνους και θα αποφασίσει…
Μοιραστείτε το άρθρο!