Έχεις χρόνο θάλασσα; Γεννιέσαι, πεθαίνεις ή μόνο παίρνεις των ανθρώπων τις σκιές μέσα από τα μάτια τους και τις σκορπάς στα μήκη και τα πλάτη που διανύεις;
Είναι εκείνο το ανάγλυφο στον πεσμένο από τα χρόνια κίονα. Περνάς κρυφά, να μη σε δει ο φύλακας, τα δάκτυλά σου από τις αύλακες. Ακουμπάς το παρελθόν, μοιάζουν με φλέβες που δεν τις νίκησε ο θάνατος!
Νύχτα με βρήκε να ρωτώ πώς χαράσσονται οι χάρτες του μέσα στα κύματά της. Η χάση του φεγγαριού πεισματικά αρνιόταν να ζητήσει βοήθεια από τον χρόνο να γυρίσει η γη, να ´ρθει το φως μες στην καρδιά του.
Να την ακούσω με μανία να χτυπά στης ακοής μου τα προβλέψιμα γιατί, και να τα κάψει με της αρμύρας της το θεραπευτικό χάδι.
Κι όσο κιαν γνωρίζω πως πράγματα, καταστάσεις, άνθρωποι έρχονται στη ζωή μας με τα δώρα τους και το αντίτιμό τους, έχουν τον δρόμο τους στη δική τους ακρογιαλιά, με τα θέλω τους, τα μπορώ τους να τα κατακτήσεις, να γίνουν δικά σου, εγώ εκεί μόνο να ρωτώ!
Τον αγαπούσε τον βράχο εκείνο κι ας ήθελε να τρυπήσει το απαλό της δέρμα κιας ήταν εκτεθειμένος στη λύσσα των καιρών και στο ατελείωτο του ορίζοντα.